Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τις μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι αν θέλει να θεραπεύσει τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας ή απλώς να αλλάξει το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, ενόψει των επόμενων εκλογών.
Δύο μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας, με την υπόθεση της Pizza Fan να αφορά φερόμενη φοροδιαφυγή τουλάχιστον 25 εκατομμυρίων ευρώ και εκείνη του «Χωριάτικου» να συνδέεται, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, με ζημία για το Δημόσιο που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια ευρώ.
Και ξαφνικά, το κυβερνητικό αφήγημα αποκτά ένα νέο, ισχυρό επιχείρημα.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δηλώνει ότι η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα μικρά ψάρια, αλλά κυνηγά και τα μεγάλα. Το μήνυμα είναι σαφές: Η φοροδιαφυγή δεν έχει μέγεθος που να την καθιστά ανεκτή, ενώ η εφαρμογή του νόμου πρέπει να αφορά τους πάντες.
Προφανώς, εφόσον οι κατηγορίες επιβεβαιωθούν από τη Δικαιοσύνη, η αποκάλυψη τόσο μεγάλων υποθέσεων είναι σημαντική. Η φοροδιαφυγή στερεί έσοδα από το Δημόσιο, υπονομεύει τον υγιή ανταγωνισμό και αδικεί εκείνον που προσπαθεί να λειτουργήσει νόμιμα.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πανηγυρίζει κανείς για την παρανομία, ανεξαρτήτως του μεγέθους της επιχείρησης που ενδέχεται να εμπλέκεται.
Υπάρχει, όμως, ένας σοβαρός λόγος να αναρωτηθούμε: Μήπως η συζήτηση για τα μεγάλα ψάρια μάς απομακρύνει από το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής επιχειρηματικότητας;
Να χειροκροτήσουμε, λοιπόν, την κυβέρνηση;
Να χειροκροτήσουμε την κυβέρνηση επειδή οι ελεγκτικοί μηχανισμοί εντόπισαν υποθέσεις μεγάλης φοροδιαφυγής; Να αναγνωρίσουμε ότι η σύλληψη των φερόμενων ως εμπλεκομένων αποδεικνύει πως το κράτος μπορεί να φτάσει μέχρι τους ισχυρούς;
Ασφαλώς και πρέπει να απαιτούμε αποτελεσματικούς ελέγχους. Αυτό είναι υποχρέωση κάθε οργανωμένου κράτους και όχι κάποια εξαιρετική κυβερνητική παραχώρηση προς την κοινωνία.
Η αποκάλυψη μιας μεγάλης υπόθεσης, όμως, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι το φορολογικό σύστημα λειτουργεί δίκαια. Ούτε αρκεί για να απαντήσει στις αγωνίες χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρηματιών που καθημερινά προσπαθούν να κρατήσουν τις επιχειρήσεις τους ανοιχτές.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να ελέγχονται οι μικροί ή οι μεγάλοι. Πρέπει να ελέγχονται όλοι.
Το ζήτημα είναι αν το κράτος αντιμετωπίζει με την ίδια αποφασιστικότητα τη φοροδιαφυγή και τις αιτίες που καθιστούν ολοένα δυσκολότερη τη νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Όταν το μικρό μαγαζί μετράει κάθε ευρώ
Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τις εντυπωσιακές ειδήσεις για τα εκατομμύρια και ας κοιτάξουμε την καθημερινότητα ενός μικρού επιχειρηματία.
Ενός ανθρώπου που πληρώνει ενοίκιο, μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, ενέργεια, προμηθευτές, φόρους και λειτουργικά έξοδα. Ενός επαγγελματία που μπορεί να βλέπει τον τζίρο του να αυξάνεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυξάνονται αντίστοιχα και τα καθαρά κέρδη του.
Ο τζίρος δεν είναι κέρδος. Και η είσπραξη χρημάτων δεν σημαίνει ότι όλα αυτά τα χρήματα ανήκουν στον επιχειρηματία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η φορολογική επιβάρυνση, οι υποχρεώσεις προς το Δημόσιο και το αυξημένο λειτουργικό κόστος δημιουργούν μια ασφυκτική πραγματικότητα για σημαντικό μέρος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Η εύλογη απαίτηση, επομένως, δεν μπορεί να είναι μόνο να κυνηγά το κράτος εκείνον που παρανομεί. Πρέπει να είναι και να διαμορφώνει ένα σύστημα στο οποίο ο συνεπής επαγγελματίας να μπορεί να επιβιώσει, να επενδύσει, να προσλάβει εργαζομένους και να αναπτυχθεί.
Γιατί όταν μια επιχείρηση λειτουργεί οριακά, όταν ο ιδιοκτήτης της εργάζεται ατελείωτες ώρες και στο τέλος του μήνα διαπιστώνει ότι το διαθέσιμο εισόδημά του είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την προσπάθεια που καταβάλλει, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια συζήτηση περί ελέγχων.
Χρειάζεται μια σοβαρή συζήτηση για τη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές, το κόστος λειτουργίας και τα πραγματικά περιθώρια κέρδους των μικρών επιχειρήσεων.
Υπάρχουν επαγγελματίες που φοροδιαφεύγουν. Υπάρχουν και επαγγελματίες που δεν αντέχουν άλλο.
Εδώ απαιτείται μια κρίσιμη διευκρίνιση.
Η οικονομική πίεση δεν νομιμοποιεί τη φοροδιαφυγή. Ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την απόκρυψη εισοδημάτων, τη μη απόδοση φόρων ή την παραβίαση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Δεν είναι όλοι οι επιχειρηματίες ίδιοι. Δεν έχουν όλοι την ίδια οικονομική δυνατότητα, τον ίδιο τζίρο, τα ίδια περιθώρια κέρδους ή την ίδια φορολογική συμπεριφορά.
Υπάρχουν επιχειρήσεις που λειτουργούν απολύτως νόμιμα, υπάρχουν επιχειρήσεις που παρανομούν και υπάρχουν επαγγελματίες που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ολοένα δυσκολότερη οικονομική πραγματικότητα.
Το να τα ισοπεδώνουμε όλα αυτά είναι εξίσου άδικο με το να θεωρούμε εκ προοιμίου κάθε μικρό επαγγελματία ύποπτο για φοροδιαφυγή.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν δικαιολογείται η παρανομία. Δεν δικαιολογείται.
Το ερώτημα είναι αν η πολιτεία αντιλαμβάνεται ότι η υπερβολική επιβάρυνση, όταν συνδυάζεται με χαμηλά περιθώρια κέρδους και αυξημένο λειτουργικό κόστος, μπορεί να εντείνει την οικονομική ασφυξία και να αποθαρρύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Και, κυρίως, αν είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα με ουσιαστικές παρεμβάσεις και όχι μόνο με ελέγχους και πρόστιμα.
Από το «κυνηγάμε τους μικρούς» στο «πιάσαμε τα μεγάλα ψάρια»
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι ένα σημαντικό μέρος της αγοράς διαμαρτύρεται για την πίεση που δέχεται από το φορολογικό και ελεγκτικό πλαίσιο.
Γνωρίζει επίσης ότι οι μικροί επαγγελματίες αποτελούν ένα κομμάτι της οικονομίας που επηρεάζεται άμεσα από κάθε φορολογική μεταβολή και κάθε αύξηση του λειτουργικού κόστους.
Όταν, λοιπόν, στο επίκεντρο της επικαιρότητας εμφανίζονται υποθέσεις με δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, το κυβερνητικό μήνυμα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική αξία: δεν ελέγχονται μόνο οι μικροί, αλλά και οι μεγάλοι.
Η εικόνα είναι ισχυρή. Το πολιτικό μήνυμα είναι εύκολο να μεταδοθεί. Και η κοινωνία, δικαιολογημένα, θέλει να βλέπει ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην πολιτική αξιοποίηση των επιτυχιών των ελεγκτικών μηχανισμών.
Η πρώτη είναι αναγκαία για τη λειτουργία του κράτους. Η δεύτερη δεν πρέπει να υποκαθιστά την αξιολόγηση της συνολικής οικονομικής πολιτικής.
Δεν αρκεί να μας λέει η κυβέρνηση ότι εντοπίζει μεγάλες υποθέσεις. Οφείλει να απαντήσει και στο γιατί τόσες μικρές επιχειρήσεις αισθάνονται ότι βρίσκονται διαρκώς υπό πίεση.
Δεν αρκεί να διακηρύσσεται ότι ο νόμος εφαρμόζεται σε όλους. Πρέπει να εξετάζεται αν οι κανόνες είναι δίκαιοι, αν η φορολογική επιβάρυνση είναι βιώσιμη και αν το κράτος αφήνει αρκετό χώρο στην υγιή επιχειρηματικότητα για να αναπνεύσει.
Και τώρα τι; Θα ξεχάσουμε τη φορολογία;
Οι αποκαλύψεις μεγάλων υποθέσεων φοροδιαφυγής αναμφίβολα αξίζουν την προσοχή της κοινωνίας. Δεν πρέπει, όμως, να μετατρέπονται σε άλλοθι για να μείνουν εκτός συζήτησης τα υπόλοιπα προβλήματα της αγοράς.
Θα εξακολουθήσουμε να συζητάμε για το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης των μικρών επιχειρήσεων; Για το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών; Για τη φορολόγηση των πραγματικών κερδών; Για τις υποχρεώσεις που συσσωρεύονται ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες μια επιχείρηση δυσκολεύεται να καλύψει τα έξοδά της;
Ή θα αρκεστούμε στην ικανοποίηση ότι οι αρχές εντόπισαν ορισμένες μεγάλες υποθέσεις και θα θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα αντιμετωπίζεται;
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνο από αποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Έχει ανάγκη και από ένα φορολογικό σύστημα που να ενθαρρύνει τη νόμιμη δραστηριότητα, να περιορίζει τα αντικίνητρα για την ανάπτυξη και να μην εξαντλεί τις αντοχές εκείνων που προσπαθούν να εργαστούν και να δημιουργήσουν.
Η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, όπου είναι δημοσιονομικά εφικτή, η απλούστευση των διαδικασιών και η αναλογικότητα των υποχρεώσεων είναι ζητήματα που απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις.
Γιατί η επιτυχία μιας οικονομικής πολιτικής δεν μετριέται μόνο από το πόσα χρήματα εντοπίζει το κράτος σε υποθέσεις φοροδιαφυγής. Μετριέται και από το πόσες επιχειρήσεις καταφέρνουν να επιβιώσουν χωρίς να παρανομούν, πόσες νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται και πόσο δίκαια κατανέμονται τα φορολογικά βάρη.
Συμπτωματικά, όλα αυτά συμβαίνουν τώρα;
Με τις επόμενες εθνικές εκλογές να αποτελούν τον ορίζοντα της πολιτικής αντιπαράθεσης, κάθε μεγάλη υπόθεση που απασχολεί την επικαιρότητα αποκτά αναπόφευκτα και πολιτική διάσταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έλεγχοι είναι προσχηματικοί. Δεν σημαίνει ότι οι υποθέσεις δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν την κυβέρνηση. Και δεν υπάρχουν, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, λόγοι να υποστηρίξει κανείς ότι οι έρευνες έγιναν για προεκλογικούς σκοπούς.
Υπάρχει, όμως, κάθε λόγος να εξετάζουμε κριτικά τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική εξουσία αξιοποιεί τις ειδήσεις και τα μηνύματα που εκπέμπει προς την κοινωνία.
Όταν η κυβέρνηση προβάλλει την καταπολέμηση της μεγάλης φοροδιαφυγής ως απόδειξη αποτελεσματικότητας, ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει τι έχει αλλάξει στην καθημερινότητά του. Αν μειώθηκε η πίεση που δέχεται η μικρή επιχείρηση. Αν βελτιώθηκε η δυνατότητα ενός επαγγελματία να λειτουργεί νόμιμα και να είναι συνεπής. Αν το κράτος αντιμετωπίζει όχι μόνο τα συμπτώματα, αλλά και τις βαθύτερες αδυναμίες του συστήματος.
Αυτό είναι το ουσιαστικό κριτήριο αξιολόγησης μιας κυβέρνησης. Όχι μόνο οι υποθέσεις που αποκαλύπτονται, αλλά και οι πολιτικές που εφαρμόζονται.
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι το μέγεθος του ψαριού
Ας το πούμε ξεκάθαρα: αν οι κατηγορίες στις υποθέσεις που ερευνώνται αποδειχθούν, οι υπεύθυνοι πρέπει να λογοδοτήσουν. Η νομιμότητα δεν μπορεί να είναι επιλεκτική και η φοροδιαφυγή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αποδεκτή πρακτική επειδή κάποιος ισχυρίζεται ότι δυσκολεύεται να επιβιώσει.
Αλλά η ίδια κοινωνία που απαιτεί δικαιοσύνη δικαιούται να απαιτεί και ένα κράτος που δεν περιορίζεται στην καταστολή.
Δικαιούται να απαιτεί φορολογικούς κανόνες που δεν τιμωρούν την παραγωγική δραστηριότητα, ένα πλαίσιο που δεν εξαντλεί τις μικρές επιχειρήσεις και μια οικονομική πολιτική που δεν αντιμετωπίζει τον επαγγελματία αποκλειστικά ως πηγή εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση έπιασε ένα μεγάλο ψάρι. Είναι αν καταφέρνει να δημιουργήσει μια οικονομία στην οποία ο μικρός δεν θα χρειάζεται να αγωνιά καθημερινά για το αν θα επιβιώσει και ο μεγάλος δεν θα μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του υπεράνω του νόμου.
Και αυτό δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις. Αποδεικνύεται με αποτελέσματα.
Ενόψει των επόμενων εκλογών, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να χειροκροτήσουμε ή να απορρίψουμε μια κυβέρνηση επειδή αποκαλύφθηκαν δύο μεγάλες υποθέσεις. Είναι να απαιτήσουμε απαντήσεις για το σύνολο της οικονομικής πολιτικής της.
Γιατί η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι υποχρέωση της πολιτείας. Η δημιουργία, όμως, ενός δίκαιου και βιώσιμου φορολογικού περιβάλλοντος είναι εξίσου σημαντική υποχρέωσή της.
Και αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ισονομία, πρέπει να κοιτάξουμε ολόκληρη την εικόνα: και τα μεγάλα ψάρια που ενδέχεται να παρανομούν και τα μικρά μαγαζιά που παλεύουν καθημερινά να κρατήσουν τα ρολά τους ανοιχτά.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να πιάνουμε τους παραβάτες. Είναι να χτίσουμε ένα κράτος στο οποίο η νομιμότητα να μην αποτελεί πολυτέλεια και η επιβίωση του συνεπούς επαγγελματία να μην είναι καθημερινός αγώνας.